|
ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΑΝΑΛΥΣΕΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ & ΑΜΥΝΑΣ (Ι.Α.Α.Α.) Μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η Συνθήκη των Βερσαλλιών επέβαλε βαρύτατους όρους στην ηττημένη Γερμανία, οι οποίοι αφορούσαν στις πολεμικές επανορθώσεις που έπρεπε να καταβάλλει στους νικητές.
Η Ιστορία έχει καταγράψει όσα ακολούθησαν: σύμφωνα με την επικρατούσα ερμηνεία, οι υπερβολές των νικητών στις Βερσαλλίες, οδήγησαν στην έξαρση του εθνικισμού, την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία και τον καταστροφικότερο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο διάστημα που μεσολάβησε ανάμεσα στην πτώση του αυτοκράτορα Γουλιέλμου και την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, η αποκαλούμενη «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης» πολλές φορές φρόντισε να υπομνήσει ότι τα οικονομικά της δεδομένα δεν επέτρεπαν την τήρηση των επαχθέστατων όρων της Συνθήκης των Βερσαλλιών. Στη Δύση, ήταν ο διαπρεπής οικονομολόγος Τζον Μέϊναρντ Κέινς, ο οποίος αντελήφθη το αδιέξοδο στο οποίο όδευε κατάσταση και προειδοποίησε ότι ασχέτως του τι είναι δίκαιο και τι άδικο, είναι απλώς αδύνατο να προσδοκάς να λάβεις κάτι που ο ηττημένος απλά δεν μπορεί να δώσει. «Ουκ αν λάβεις παρά του μη έχοντος», ενώ η αδυναμία κατανόησής του από τους πολιτικούς εκείνης της εποχής είχε δραματικές συνέπειες, τις οποίες ελάχιστοι μπόρεσαν να διακρίνουν σε βάθος χρόνου. Η ελληνική στρατηγική Το ιστορικό αυτό προηγούμενο δεν μπορεί παρά να αποτελέσει τον καλύτερο οδηγό για την πολιτική που οφείλει να ασκήσει η ελληνική πλευρά στην προσπάθεια να αντιμετωπίσει το οικονομικό αδιέξοδο στο οποίο έχει οδηγηθεί η χώρα. Και θα πρέπει να επισημανθεί επίσης, ότι το ιστορικό προηγούμενο της Βαϊμάρης είχε και μια «εσωτερική διάσταση»: το ότι οι επαχθείς όροι των Βερσαλλιών οδήγησαν τη Γερμανία σε ριζοσπαστικοποίηση που είχε ως αποτέλεσμα την άνοδο του Χίτλερ. Αντιστοίχως, η απομόνωση της Ελλάδας στην κρίσιμη αυτή συγκυρία από τους εταίρους της θα μπορούσε να συμβάλλει στην ανάπτυξη αντι-ευρωπαϊκών αντανακλαστικών ή την ενίσχυση με τη μορφή ρεύματος -ιδεοληψιών παλαιάς κοπής οι οποίες κατατρύχουν τη μεταδικτατορική Ελλάδα και εν πολλοίς συνιστούν το βασικό αίτιο για τη σημερινή κατάσταση, την κατάρρευση αυτού του κομματικού, πελατειακού, διεφθαρμένου, αντιπαραγωγικού, κρατικοδίαιτου ψευδο-καπιταλιστικού μορφώματος που ονομάζεται σύγχρονο ελληνικό κράτος. Οι συνέπειες για την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα ήταν αμελητέες. Η γεωγραφική θέση που καταλαμβάνει η Ελλάδα μεγιστοποιεί τη γεωπολιτική σημασία της Ένωσης. Η ελληνική στρατηγική οφείλει να έχει δυο διαστάσεις: α) Η πρώτη, είναι η ξεκάθαρη αποδοχή του μεριδίου της ευθύνης που μας ανήκει. Όντως στο παρελθόν η χώρα επέδειξε τουλάχιστον βαρύτατη ανευθυνότητα στη διαχείριση των οικονομικών της με αποτέλεσμα να βρεθεί στην παρούσα κατάσταση. β) Η δεύτερη συνίσταται αφενός στην διακήρυξη της ετοιμότητας να προβεί σε όλες τις απαραίτητες διορθωτικές ενέργειες ώστε να εξομαλυνθεί η κατάσταση και αφετέρου, να καλέσει η Γερμανία να αποδείξει τον ηγετικό της ρόλο στην Ευρώπη, αποφεύγοντας να επαναλάβει τα λάθη που καταγράφηκαν τις αρχές του 20ου αιώνα, όταν και είχε βρεθεί, κατ’ αναλογία, στη θέση που σήμερα βρίσκεται η Ελλάδα. Τότε, οι νεοπαγείς ηγέτες του κόσμου, οι νικητές του πολέμου, δεν επέδειξαν την απαραίτητη σοφία με αποτέλεσμα η ανθρωπότητα να βιώσει πολύ πιο δυσάρεστες εξελίξεις. Στη σημερινή συγκυρία οι δυσάρεστες εξελίξεις δεν θα αφορούν μόνο την επιβίωση της «ευρωζώνης» και την αξιοπιστία του κοινού νομίσματος αλλά και αυτές καθαυτές τις εθνικές οικονομίες των χωρών - μελών που αποτελούν μερικούς από τους μεγαλύτερους «αγοραστές» του ελληνικού δημοσίου χρέους. Σήμερα, σε μια κατάσταση που αν και αφορά την αποκαλούμενη ως «ευρωζώνη», μπορεί δυνητικά να επηρεάσει όλο το διεθνές οικονομικό σύστημα, τόσο οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και ολόκληρος ο κόσμος που κινείται εντός της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, περιμένουν την επίδειξη ηγετικών αντανακλαστικών, από τον αδιαμφισβήτητο οικονομικό ηγέτη της Ένωσης, τη Γερμανία. Η Ελλάδα αναμφισβήτητα έσφαλε (και δυστυχώς) η παραδοχή εκ μέρους της αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για την έναρξη της συζήτησης για την αντιμετώπιση της κρίσης. Τα οικονομικά μέτρα που καλείται να λάβει από μόνα τους αποτελούν βαρύτατο τίμημα που θα καταβάλλει ο – προφανώς συνυπεύθυνος για τις μέχρι σήμερα πολιτικές επιλογές του – ελληνικός λαός στο πλαίσιο της προσπάθειας οικονομικής ανασυγκρότησης. Είναι όμως προφανές σε όσους αντιλαμβάνονται τα της διεθνούς οικονομίας, ότι σε περίπτωση που δεν εξασφαλιστεί ρευστότητα στην ελληνική οικονομία τα μέτρα αυτά όχι μόνο δεν θα βγάλουν τη χώρα από το αδιέξοδο, αλλά θα τη βυθίσουν στην ύφεση, μια κατάσταση από την οποία θα κατορθώσει να εξέλθει μετά την παρέλευση πολλών ετών, ενδεχομένως και μιας ολόκληρης δεκαετίας. Οι συνέπειες, δυστυχώς, δεν θα αφορούν μόνο την Ελλάδα, αλλά θα πλήξουν και την αξιοπιστία της «ευρωζώνης» και το μέλλον του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος και φυσικά την μακροπρόθεσμη προοπτική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, τη μετεξέλιξη της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης σε μία λειτουργική και βιώσιμη ομοσπονδία. Το γερμανικό επιχείρημα, ότι ενδεχόμενη «εξαγορά» («bailout») της ελληνικής οικονομίας θα αποτελούσε κακό προηγούμενο για – τις γενικώς «προβληματικές» από οικονομικής απόψεως – χώρες του ευρωπαϊκού νότου είναι όντως αξιόπιστο. Εάν υπάρξει τέτοια πρωτοβουλία από πλευράς Γερμανίας στην ελληνική περίπτωση, τι θα γίνει στην περίπτωση που παρόμοια προβλήματα παρουσιαστούν για παράδειγμα, στην ισπανική και την ιταλική οικονομία, οι οποίες είναι πολύ μεγαλύτερες της ελληνικής; Οι οικονομικοί πόροι που θα απαιτηθούν για ένα τέτοιο «bailout» θα είναι πολλαπλάσια, με αποτέλεσμα ακόμη και μια οικονομία του μεγέθους της Γερμανίας να αντιμετωπίσει πρόβλημα. Το πρόβλημα δείχνει να αντιλαμβάνεται ο ιαπωνικός χρηματοπιστωτικός οίκος Nomura, με τους αναλυτές του να επισημαίνουν, ότι τα οικονομικά θεμελιώδη της Ελλάδας δεν δείχνουν τη χώρα να αντιμετωπίζει κίνδυνο χρεοκοπίας, ένα σενάριο που συντηρούν οι «δυνάμεις της αγοράς» (βλ. κερδοσκοπία). Ωστόσο, προσθέτουν, ότι οι αναλύσεις τους για τη Νότια Ευρώπη δείχνουν πως η δημοσιονομική κατάσταση σε Ισπανία και Πορτογαλία είναι πιο ευάλωτη από αυτή της Ελλάδας. Το ότι η αντιμετώπιση της κρίσης πρέπει να προέλθει από το εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι δεδομένο, αποτελεί – στην κυριολεξία – μονόδρομο. Διότι, προ του ευρώ, τα κράτη διέθεταν τη δυνατότητα να λάβουν εξισορροπητικά μέτρα, όπως για παράδειγμα η υποτίμηση του εθνικού νομίσματος, που εκτός των άλλων καθιστούσε και φθηνότερα, άρα πιο ανταγωνιστικά, τα προϊόντα τους στις διεθνείς αγορές. Σήμερα, η δυνατότητα αυτή απλώς δεν υπάρχει, οπότε το «οπλοστάσιο» των χωρών διαθέτει μόνο τη δυνατότητα λήψης μέτρων δημοσιονομικού χαρακτήρα. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, το ότι διεξάγεται συζήτηση για την περικοπή του 13ου και του 14ου μισθού στην Ελλάδα μπορεί να αποτελεί – κυριολεκτικά – επανάσταση, στην πραγματικότητα όμως αποτελεί μία από τις ελάχιστες διαθέσιμες επιλογές άμεσης ανταπόδοσης. Η Γερμανία, ωστόσο, θα πρέπει να αντιληφθεί ότι η αξία τέτοιων μέτρων είναι τουλάχιστον αμφίβολη, υπό την έννοια ότι αποστερεί από το αγοραστικό κοινό (σ.σ. δηλαδή την κατανάλωση) κεφάλαια τα οποία θα κατευθύνονταν στην αγορά. Χωρίς τα κεφάλαια αυτά θα μειωθεί δραματικά ο κύκλος εργασιών των εμπορικών επιχειρήσεων, θα οδηγηθούν στο κλείσιμο ορισμένες από αυτές και θα αυξηθεί περαιτέρω η ανεργία. Και αφού η συζήτηση διεξάγεται με τεχνοκρατικούς όρους, καλό θα ήταν να τεθούν υπό εξέταση οι απόλυτες τιμές του «κόστους εργασίας» σε ετήσια βάση στην Ελλάδα. Παρά τους δυο επιπλέον μισθούς, παραμένει χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Κατά συνέπεια, το πρόβλημα δε χρήζει αποκλειστικά «τεχνοκρατικής», αλλά πρωτίστως πολιτικής αντιμετώπισης. Διότι με το να υπολογίζουν οι Βρυξέλλες την εξοικονόμηση συγκεκριμένων ποσών από τις εν λόγω περικοπές, ενδεχομένως να βρεθούν προ δυσάρεστων εκπλήξεων, καθότι και η ανεργία και η καθίζηση της αγοράς έχουν δραματικές συνέπειες στο ΑΕΠ, δηλαδή στον παρονομαστή των δύο «κρίσιμων κλασμάτων» με βάση τα οποία η Ελλάδα αποκλίνει από το σύμφωνο σταθερότητας (Δημόσιο Έλλειμμα / ΑΕΠ και Δημόσιο Χρέος/ΑΕΠ). Υπάρχει όμως και η «εναλλακτική ανάγνωση» της κατάστασης: Ο Dominic Seux στο editorial της μεγαλύτερης γαλλικής οικονομικής εφημερίδας Les Echos (2 Μαρτίου), με τίτλο «Merci Les Grecs», πανηγυρίζει για την ενίσχυση των γαλλικών εξαγωγών χάρη στο φτηνότερο ευρώ και αναφέρει χαρακτηριστικά, πως με δεδομένη τη μακροπρόθεσμη εκ νέου ενίσχυση του ευρώ σε σχέση με το δολάριο, λόγω του αμερικάνικου δημόσιου χρέους και του γεγονότος πως κάποια στιγμή το κινεζικό «γουάν» θα αποσυνδεθεί από το αμερικανικό νόμισμα, η σημερινή συγκυρία μάλλον καλό θα κάνει στις εξαγωγικές οικονομίες της Ευρώπης, κι αυτό είναι κάτι για το οποίο – όσο παράδοξο και αν ακούγεται - θα πρέπει να ευχαριστούν τους Έλληνες! Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται πολιτική βούληση για την έμπρακτη επίδειξη ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Μπορεί η Ελλάδα να έχει σήμερα την ανάγκη της Γερμανίας αλλά και η Γερμανία θα έχει αύριο την ανάγκη των περιφερειακών ευρωπαϊκών χωρών που έχουν σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης, όπως η Ελλάδα, για να συνεχίζει να εξάγει τα προϊόντα της σε μία ενιαία αγορά. Εν κατακλείδι, αυτό που απαιτείται είναι η εξεύρεση ενός «σύγχρονου Κέινς», ο οποίος θα έχει τη διορατικότητα και θα προειδοποιήσει για τις δυνητικές αρνητικές συνέπειες από την επίδειξη μονολιθικότητας στη μέθοδο αντιμετώπισης της παρούσας κρίσης. Η αναφορά στον Κέινς γίνεται αποκλειστικά λόγω του ιστορικού παραδείγματος που προαναφέρθηκε, όχι λόγω αποδοχής ή απόρριψης του επιστημονικού του έργου. Εξάλλου, ο ιδανικός «σύγχρονος Κέινς» θα ήταν η Γερμανίδα καγκελάριος (σ.σ. αν και ο «κεϊνσιανισμός» στη Bundesbank και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλής). Αυτό θα πρέπει να τονίσει ο Έλληνας πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου. Η παράμετρος των εξοπλισμών Ένα ακόμα ζήτημα στο οποίο περιστρέφεται ο δημόσιος διάλογος και η καθημερινή αρθρογραφία στον Τύπο, είναι τα εξοπλιστικά προγράμματα τα οποία – υποτίθεται – ότι επιχειρούν να αποσπάσουν (ή προσφέρονται) από την Ελλάδα τόσο οι Ευρωπαίοι εταίροι όσο και οι Αμερικανοί και ως αντάλλαγμα να παράσχουν την οικονομική συνδρομή που ζητά η Ελλάδα. Στο σημείο αυτό να προβούμε σε μια πρώτη παρατήρηση: ότι η Ελλάδα είναι δυσανάλογα μεγάλη, σε σχέση με το μέγεθός της, αγορά στον τομέα των εξοπλισμών. Τα χρυσοφόρα συμβόλαια που έχουν αποσπάσει Ευρωπαίοι και Αμερικανοί κατασκευαστές οπλικών συστημάτων θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι βοήθησαν στην επιβίωση βιομηχανιών που εμφανίζονταν ιδιαίτερα προβληματικές στην προοπτική τους ως αποτέλεσμα της λήξης του Ψυχρού Πολέμου, όπως για παράδειγμα η γερμανική Krauss-Maffei Wegmann, που το 2003 έλαβε ένα από τα μεγαλύτερα, σε παγκόσμιο επίπεδο την τελευταία δεκαετία, συμβόλαια για την προμήθεια αρμάτων μάχης Leopard 2HEL από την ελληνική κυβέρνηση. Τα χρήματα αυτά κατευθύνθηκαν και στήριξαν τη γερμανική οικονομία, αύξησαν το γερμανικό ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν) και κατ’ επέκταση το ευρωπαϊκό. Το ίδιο ισχύει και για άλλα εξοπλιστικά συμβόλαια που κατέληξαν σε ευρωπαϊκές βιομηχανίες. Η Ελλάδα, αρκετές φορές αντιμετώπισε την αμερικανική αντίδραση, συνεπεία της «μεροληψίας» υπέρ των ευρωπαϊκών εταιριών – βιομηχανιών. Με τον τρόπο της, η Ελλάδα στήριξε το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Την ίδια στιγμή, η Ένωση, δεν έπραξε όσα θα μπορούσε ώστε να συμβάλλει στην αντιμετώπιση του «διλήμματος ασφαλείας» της Ελλάδας, παρότι τα ελληνικά σύνορα αποτελούν τα ανατολικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τις συνέπειες του οποίου, οι εταίροι Ελλάδας δείχνουν είτε αδυναμία, είτε απροθυμία να αντιληφθούν. Επανερχόμενοι στη δημόσια συζήτηση που διεξάγεται μέσω του Τύπου στην ελληνική κοινωνία, το Ι.Α.Α.Α. παρατηρεί ότι εξακολουθεί να επικρατεί η λογική της «πολιτικής χρήσης» των εξοπλιστικών προγραμμάτων ή αλλιώς αποκαλούμενης «διπλωματίας των εξοπλισμών»: δηλαδή της «προσφοράς» νέων συμβολαίων για την προμήθεια οπλικών συστημάτων σε αντάλλαγμα για τη διάθεση δανειακών κεφαλαίων που απαιτούνται (ή σε παλαιότερες περιπτώσεις ασαφών και αδιευκρίνιστων πολιτικών «ανταλλαγμάτων»). Η λανθασμένη βάση του εν λόγω επιχειρήματος είναι αυταπόδεικτη. Άραγε για την ανάθεση συμβολαίου ύψους 4 δις ευρώ (το οποίο φυσικά θα βαρύνει το δημόσιο χρέος) πόσα κεφάλαια θα μας προσφερθούν για δανεισμό με «ευνοϊκούς όρους»; Ιδίου ύψους, μικρότερου ή μεγαλύτερου; Και με ποιο κριτήριο ή μέτρο; Και σε τελική ανάλυση ποιο είναι το «καθαρό» όφελος για την εθνική οικονομία; Αλλά στην πράξη, η λογική αυτή, τουλάχιστον τα 20 τελευταία χρόνια έχει αποδειχτεί αδιέξοδη. Ούτε την κρίση των Ιμίων απέτρεψε, ούτε την αναγνώριση της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ) με το συνταγματικό της όνομα από συμμάχους, εντός και εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτε συνέβαλε στη βελτίωση της συνολικότερης θέσης της Ελλάδας, ή την ενίσχυση της ασφάλειάς της. Αντίθετα κατέστησε τη χώρα αποδέκτη ασφυκτικών πιέσεων για την προμήθεια οπλικών συστημάτων στο πλαίσιο «ασαφών» ή «υπόγειων» πολιτικών διεργασιών χωρίς ορθολογικά κριτήρια. Δυστυχώς το φαινόμενο επαναλαμβάνεται και σήμερα με δηλώσεις της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας που επικαλούμενες τη «συνέχεια του κράτους», ουσιαστικά τροφοδοτούν αυτό τον χορό των πιέσεων με τη χώρα να ευρίσκεται σε κατάσταση αδυναμίας. Τέτοιου είδους πολιτικές θα είχαν νόημα μόνο στο στρατηγικό επίπεδο, όχι στο τακτικό. Τα εξοπλιστικά προγράμματα είναι πεπερασμένα, δεν είναι ατελείωτα ούτε όλα υψηλού προϋπολογισμού, ώστε η Ελλάδα να «προσφέρει» και από ένα όταν κρίνεται η τύχη ενός σημαντικού ζητήματος, π.χ. στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Το παρόν ζήτημα πρέπει να αντιμετωπιστεί στη στρατηγική του διάσταση και όχι με αδιέξοδους τακτικισμούς. Εάν υπήρχε κάποιο συνολικότερο σχέδιο για την αντιμετώπιση της κρίσης στην Ευρωζώνη σε βάθος δεκαετίας και μια από τις ενότητες θα αφορούσε στην ανάληψη έργου από την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία, η συζήτηση θα μπορούσε να ήταν διαφορετική. Το να επαναλάβουμε όμως για μια ακόμη φορά τις λανθασμένες «συνταγές» του παρελθόντος απέναντι σε μια Ευρώπη που επιδεικνύει ανησυχητικό έλλειμμα ηγεσίας στερείται κάθε νοήματος. Μίας Ευρώπης, που όπως προαναφέρθηκε δεν έπραξε τα τελευταία τριάντα χρόνια, όσα θα μπορούσε για να συμβάλλει στην αντιμετώπιση του «διλήμματος ασφαλείας» της Ελλάδας, παρότι τα ελληνικά σύνορα αποτελούν τα ανατολικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όλες οι ενδείξεις κατατείνουν στο ότι οι επικείμενες διαδοχικές επισκέψεις του Έλληνα πρωθυπουργού στη Γερμανία, τη Γαλλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, η συζήτηση πέραν των οικονομικών θεμάτων θα είναι πολύ ευρύτερη. Ιδιαίτερα δε στην τρίτη περίπτωση, θα περιλάβει θέματα όπως η εξεύρεση λύσης στο ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ, οι συνομιλίες για την επίλυση του Κυπριακού και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Σε τέτοιες συνομιλίες, ιδίως μάλιστα όταν μια χώρα σαν την Ελλάδα αντιμετωπίζει οικονομική κρίση που απειλεί αυτή καθεαυτή την επιβίωση της, τα διαπραγματευτικά περιθώρια είναι εξαιρετικά στενά. Όμως μόνο αφελείς θα πίστευαν ότι η πρόθεση προμήθειας 30-40 μαχητικών ή κατ’ αναλογία και μερικών φρεγατών θα μπορούσαν να επηρεάσουν γεωστρατηγικά συμφέροντα που έχουν καθοριστεί στο επίπεδο της υψηλής στρατηγικής. |